- ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ
“Η φωτογραφία βοηθά τους ανθρώπους να δουν”
– Berenice Abbott –
- ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
“Η φωτογραφία βοηθά τους ανθρώπους να δουν”
– Berenice Abbott –
“Η φωτογραφία βοηθά τους ανθρώπους να δουν”
– Berenice Abbott –
ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
Ταξίδι. Λέξη που αποκτά άλλη σημασία την περίοδο που διανύουμε… Το δικό μου ταξίδι είναι εσωτερικό. Ο προορισμός γνώριμος μα και συνάμα άγνωστος. Χρειάζεται σιωπή, για να ξεκλειδώσω τον εαυτό μου και να τον γνωρίσω σε βάθος. Ηρεμία και υπομονή, για να μπορέσω, ψάχνοντας δεξιά και αριστερά, να βρω το κλειδί. Και, έπειτα, συγκέντρωση για να αφουγκραστώ, για να μπορέσω να ακούσω… μικρές φωνές να μου λένε ταπαράπονά τους, μια λέξη ξανά και ξανά και να πρέπει να την ερμηνεύσω… Όχι μόνο στο παρελθόν, τότε που με «συνάντησε», αλλά και στο παρόν, τι σημαίνει για μένα τώρα. Λέξεις-κλειδιά πετάγονται και με μαστιγώνουν: μοναξιά, εμπιστοσύνη, ελπίδα. Γνώριμες φωνές θα με κάνουν να χαμογελάσω και άλλες ίσως να πέσω και να κλάψω. Επικρατεί χάος μέχρινα ξεδιαλύνω τι κρατάω και τι αφήνω. Το ταξίδι αυτό χρόνο με τον χρόνο αλλάζει. Ο προορισμός ίδιος, αλλά το παρόν έχει αλλάξει. Άλλα σκέφτομαι και άλλα νιώθω από την προηγούμενη φορά που έκανα το ίδιο ταξίδι. Μα, και όταν γυρίσω στο παρόν, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Επιθυμία μου είναικάθε φορά να μπορώ να στέκομαι στα πόδια μου, να αποκτώ περισσότερη δύναμη. Να μπορώ να αποδέχομαι το είναι μου και να αγαπώ ολοκληρωτικάμε ανοιχτό μυαλό το ταξίδι μου και τον προορισμό του.
Βάρος. Το μυαλό δουλεύει υπερωρίες… κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο. Αναλύει κάθε κίνηση, κάθε λέξη, κάθε πρόταση, κάθε ανάσα. Δουλεύει ακούραστα χωρίς να του πει κανένας να το κάνει, σαν ένα παλιό γρανάζι που περιστρέφεται μηχανικά γύρω από τον εαυτό του ξανά και ξανά. Είναι αλήθεια ότι η υπερανάλυση δεν βοηθάει κανέναν, ίσως ακόμα και να λειτουργεί σαν τρικλοποδιά. Η ζωή θέλει ένα πνεύμα πιο ανάλαφρο• να στριφογυρίζει, να αισθάνεται, να αφήνεται, να απολαμβάνει. Αλλά πώς το πετυχαίνω αυτό; Πώς σταματάω το γρανάζι να γυρνάει;
Αποδοχή. Κάτι πάει στραβά, το γνωρίζω, αλλά δεν το παραδέχομαι στον εαυτό μου. Προσπαθώ να το κρύψω κάτω από το χαλί, να το ξεχάσω. Αλλά αυτό φουντώνει, θεριεύει και με πνίγει, με κάνει να ασφυκτιώ. Μα, όταν συνειδητοποιήσω και αποδεχθώ αυτό που συμβαίνει, θα αρχίσω να κάνω προσπάθειες να το βελτιώσω. Τι και εάν βρίσκομαι σε ένα ομιχλώδες τοπίο; Θα προσπαθήσω να βγω από αυτό με όποιον τρόπο μπορώ, με σκοπό να φτάσω σε κάτι καλύτερο… πιο φυσικό, πιο αληθινό, χωρίς ψέματα, ανακρίβειες, κριτική, δολοπλοκίες.
Να μπορώ να αναπνεύσω ελεύθερα χωρίς να πονάω, χωρίς να υποφέρω. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει πρώτα να το αποδεχτώ. Το ξέρω είναι δύσκολο… Μπορώ;
Μελωδία. Η μουσική που βγαίνει από τα πλήκτρα του πιάνου με πάει πίσω σε μια αίθουσα χορού, πιτσιρίκι να στριφογυρνάω και να γελάω με μια ξεγνοιασιά που δεν την έχω τώρα πια. Ήταν η αφορμή για να αγαπήσω τη μουσική και τις μελωδίες από όλες τις χώρες του κόσμου. Ένα βιολί που παίζει ιρλανδική μουσική, ένα ραδιόφωνο που συντροφεύει τα φοιτητικά χρόνια στην Αθήνα, μια γκάιντα στους πέτρινους δρόμους του Εδιμβούργου, το μπαντονεόν που ακολουθεί τους χορευτές Τάνγκο στη Λα Μπόκα του Μπουένος Άιρες. Σε όποια φάση της ζωής μου βρίσκομαι, δημιουργώ σκηνικό με μελωδίες και χάνομαι μέσα τους. Θέλω να ξεχάσω, να κλάψω, να ονειρευτώ, να ταξιδέψω, να χορέψω, να νιώσω πως υπάρχω, ακόμα και εάν η ζωή δεν μου τα φέρνει όπως περίμενα. Κλείνω τα μάτια και αφήνομαι.
Τοίχος. Αδιέξοδο. Σταματάω, παίρνω μια ανάσα και με το ζόρι στέκομαι, για να μην πέσω κάτω. Η λύση βρίσκεται μπροστά στα μάτια μου, ο δρόμος είναι ανοιχτός, η ελευθερία μού ψιθυρίζει στο αυτί, αλλά εγώ εκεί, σταματάω και χάνω κάθε αίσθηση και ικανότητα να ξεπεράσω το εμπόδιο που βρέθηκε στο μονοπάτι μου. Ακουμπάω σπιθαμή προς σπιθαμή τον τοίχο με τις παλάμες μου και ελπίζω ότι θα γκρεμιστεί από μόνος του, ανοίγοντας μου τον δρόμο να προχωρήσω από εκεί που σταμάτησα. Δεν σκέφτομαι στιγμή ότι μπορεί να υπάρχει άλλο μονοπάτι, καλύτερο, λίγα μέτρα παραπέρα. Και έτσι στέκομαι εκεί και απελπίζομαι. Πόσο χρόνο έχασα περιμένοντας;
Γαλήνη. Το τοπίο σκιερό. Ξημερώνει και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου παιχνιδίζουν στην επιφάνεια του νερού. Αισθάνομαι ηρεμία και αυτοπεποίθηση ότι όλα θα πάνε καλά. Όποια θάλασσα και εάν συναντήσω, αγριεμένη ή σιωπηλή, έχει έναν ρυθμό που με καθησυχάζει. Όταν είμαι μακριά της, γεμίζω με ανησυχίες και άγχη της καθημερινότητας. Όταν, όμως, τη συναντώ, όποια εποχή και αν είναι, ξεχνάω τα πάντα και έχω μάτια μόνο για εκείνη. Έρωτας θαρρώ πως είναι. Την κουβαλώ μαζί μου σε όποιο μέρος και εάν σταθώ, την κρυφοκοιτάζω και όλοι μου οι φόβοι εξαφανίζονται.
Απεραντοσύνη. Το δωμάτιο σκοτεινό. Ένα φως φωτίζει μόνο όσα χρειάζομαι. Ένα μηχανάκι βάζει εμπρός και σιγά-σιγά απομακρύνεται, αλλά διόλου δεν με απασχολεί, γιατί ο ήχος του δεν φτάνει στα αυτιά μου. Η προσοχή μου είναι στραμμένη μόνο στις λέξεις που με μεταφέρουν σε μια άλλη εποχή, σε έναν άλλο κόσμο πολύ διαφορετικό. Είναι ο δικός μου κόσμος αυτός, γιατί μέσα από τις σελίδες ξεδιπλώνονται, σαν σε δωμάτιο προβολής, ήχοι, εικόνες και αρώματα από άλλες εποχές. Μυρωδιές και γεύσεις από καρυκεύματα της Ανατολής, βήματα που τρέχουν σε στενά δρομάκια μιας μεγαλούπολης, η αίσθηση μιας χιονονιφάδας πάνω στο πρόσωπο σε θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν. Χάνομαι και ζω χιλιάδες ζωές… όλες τις άλλες εκτός από τη δική μου.
Εμπιστοσύνη. Είναι δύσκολο στις μέρες που ζούμε να εμπιστευτώ και να πιστέψω ότι δεν θα προδοθώ. Έχω χάσει την ικανότητά μου να εμπιστεύομαι. Είναι τόσα πράγματα που θέλω να πω μα δεν έχω μιλιά. Αν κάτσω να τα γράψω, μαζεύονται σελίδες, σαν ένα παλιό ξεχασμένο γράμμα που βρίσκεις στο συρτάρι του γραφείου του παππού. Κιτρινισμένο από τον χρόνο, δυσανάγνωστο από την ορμή του χεριού να προλάβει να πει όσα θέλει και γεμάτο με τους προβληματισμούς μιας ζωής. Το γράμμα μεγάλο. Και πού να το στείλω;
Χρόνος. Περίεργο κομμάτι της ζωής ο χρόνος. Θέλω συνεχώς κι άλλο χρόνο, γιατί δεν μου φτάνει, και, εάν τελικά τον κερδίσω, δεν ξέρω τι να τον κάνω. Ο χρόνος για μένα δεν έχει σημασία. Έχει σταματήσει πια, το ρολόι έχει χαλάσει. Μαύρα κοράκια κατατρώνε στιγμές, αναμνήσεις, συντροφιές…
Όσα δεν πρόλαβα να κάνω εντός χρόνου με τσάκισαν και όσα πρόλαβα ήταν τελικά ένα λάθος. Κοιτάω γύρω μου τη φύση, δεν την απασχολεί ο χρόνος. Γιατί λοιπόν δημιουργήσαμε κάτι τόσο απαιτητικό στη ζωή μας; Σε τι μας ωφελεί; Γιατί υπάρχει;
Ελπίδα. Μια λέξη που χάνεται σιγά-σιγά από το λεξιλόγιό μου…
Η ελπίδα να μπορέσω να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου, όσο τρελά και δύσκολα και αν ακούγονται στους άλλους.
Η ελπίδα για έναν κόσμο πιο όμορφο και παραμυθένιο από αυτόν στον οποίο ζω.
Η ελπίδα -είναι αλήθεια- με κάνει να ζω πιο έντονα, πιστεύοντας ότι με μια σκάλα μπορώ να φτάσω και να αγγίξω τον ουρανό.
Αλλά αυτό δεν ισχύει.
Ή μήπως ισχύει;
Ασφάλεια. Πόση ψευδαίσθηση περιέχει η λέξη αυτή. Είμαι ασφαλής, νιώθω ότι προστατεύομαι και ξαφνικά γκρεμίζονται όλα και ξαναρχίζω από το μηδέν. Η ασφάλεια είναι μια οφθαλμαπάτη, αλλά το αντιλαμβάνομαι μόνο όταν έρθω κοντά. Τότε συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει. Χάνεται μπροστά στα μάτια μου λες και είμαι στην έρημο και τη θέση της παίρνει η πραγματικότητα. Ξαφνικά νιώθω ότι πέφτω στο κενό. Στο χέρι μου όμως είναι να παρέχω ασφάλεια στον εαυτό μου. Μόνο εγώ μπορώ. Και, εάν παραπατήσω, να κλείσω τα μάτια, να σφίξω τα δόντια και το πείσμα μου να με βοηθήσει να σηκωθώ πάλι.
Μοναξιά. Ολοκληρώνω το ταξίδι μου, έχοντας αποκτήσει περισσότερη σοφία, πιο ώριμη σκέψη ίσως, αλλά και έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος μου είναι τόσο ιδιαίτερος που με αποξενώνει από τους άλλους. Έφτιαξα έναν γυάλινο κύβο και κλείστηκα μέσα. Τους βλέπω, αλλά δεν με βλέπουν. Μπορώ να τους μιλάω, αλλά δεν με ακούν. Χτυπάω με τη γροθιά μου το τζάμι αλλά καμία αντίδραση. Είναι λυπηρό, αλλά είναι αλήθεια. Στην προσπάθειά μου να γεμίσω αγάπη το μόνο που κατάφερα ήταν να απομακρυνθώ περισσότερο από αυτήν. Η αμυντική τάση του εγώ να προστατεύσει τον εαυτό του. Ο κύβος γερός και δεν σπάει. Δεν ξέρω πώς να ξεφύγω από εδώ, δεν ξέρω εάν θέλω πια… έχει γίνει, βλέπεις, συνήθεια. Γυρνάω την πλάτη στο παρελθόν, με σκοπό να κάνω βήματα στο τώρα, αλλά δεν υπάρχει χώρος να προχωρήσω. Το παρελθόν με ακολουθεί μέρα-νύχτα, είναι κομμάτι μου, με κάνει αυτό που είμαι. Πρέπει να συμφιλιωθώ μαζί του και να προχωρήσουμε παρέα. Να πάρω αγκαλιά τον κόσμο μου και να βγω έξω, χωρίς δισταγμούς.